Hunger Games

Deep in the meadow, hidden far away
A cloak of leaves, a moonbeam ray
Forget your woes and let your troubles lay
And when it's morning again, they'll wash away
Here it's safe, here it's warm
Here the daisies guard you from every harm
Here your dreams are sweet and tomorrow brings them true
Here is the place where I love you.

Κυριακή 19 Αυγούστου 2018

To you, even if you'll never read it


Οι μέρες και οι βδομάδες και οι μήνες περνούν. Σε δύο εβδομάδες περίπου θα έχουν περάσει 5 μήνες από την τελευταία φορά που σε πήρα στην αγκαλιά μου, από την τελευταία φορά που σε φίλησα, από την τελευταία φορά που τα χέρια σου με κράτησαν σφιχτά κοντά στο σώμα σου και μύρισα το άρωμά σου και εκείνο έμεινε στα ρούχα μου.
Νομίζω η απόφασή μου να φύγω φέτος από τη Θεσσαλονίκη για καλοκαίρι ήταν η καλύτερη. Πώς θα μπορούσα να είμαι εκεί το καλοκαίρι του 2018, όταν ένα χρόνο πριν ήμασταν μαζί και περπατούσαμε χέρι-χέρι στη νέα παραλία και πλέον όταν κοιτάζω δίπλα μου δεν είσαι εδώ; Πώς θα μπορούσα να περνάω τη μέρα μου στην πόλη αυτή όταν ξέρω πως αυτό θα είναι ένα ακόμη βράδυ που δε θα περάσω δίπλα σου, να βλέπουμε ταινία πίνοντας κρασί; Πώς θα μπορούσα να είμαι εκεί, όταν θυμάμαι τη φωνή σου να μου λέει, εκεί που ήμασταν ξαπλωμένοι ο ένας πάνω στον άλλο στο κρεβάτι σου, «Το καλοκαίρι θα είμαστε μαζί, θα φέρνω κρασί σπίτι σου και θα αράζουμε στο μπαλκόνι. Θα είναι τέλεια.»; Πώς θα μπορούσα να περπατάω στους δρόμους, όταν σκέφτομαι κάθε φορά «Εδώ με φίλησες», «Εδώ παίζαμε Pokemon GO και πιάσαμε ένα καλό Magikarp», «Εδώ μου είπες σε αγαπάω και με αγκάλιασες σφιχτά»;
Ξέρεις, όταν με χώρισες, σου είπα, «δε μπορώ να φανταστώ τη μέρα που θα περνάω με λεωφορείο μπροστά από το σπίτι σου μετά το μάθημα και δε θα κατεβαίνω για να σε δω, να πίνουμε καφέ και να περνάμε το βράδυ μαζί». Είχα δίκιο. Κάθε φορά, από το Μάρτιο και μετά που περνούσα μπροστά από το σπίτι σου, η καρδιά μου πονούσε. Στις αρχές, είχα κατέβει εκεί δύο φορές καταλάθος. Πήγα μέχρι την πολυκατοικία σου και πήγα να χτυπήσω κουδούνι και μετά θυμήθηκα και έφυγα κλαίγοντας σα κυνηγημένη.
Θυμάμαι ακόμη σαν να ήταν χθες την πρώτη φορά που βγήκαμε, την πρώτη φορά που φιληθήκαμε, την πρώτη φορά που με πήρες αγκαλιά. Σε είχα βέβαια προσέξει, μήνες και μήνες πριν να γίνουν αυτά, όταν γνωριστήκαμε και γέλασες και το χαμόγελό σου μπήκε στην καρδιά μου και με μάγεψε και έμεινε εκεί.
Η σχέση μας δεν ήταν τέλεια. Μου μιλούσες σπάνια, προτιμούσες να μένεις μόνος παρά να με βλέπεις, προτιμούσες να μην έχουμε σωματική επαφή. Και ενώ όλα αυτά με στενοχωρούσαν τόσο μα τόσο πολύ, εγώ έπεσα με τα μούτρα και προσπάθησα και προσπάθησα και προσπάθησα και σου έδωσα όχι μόνο το 100% μου αλλά το 200% μου. Δεν έχεις ιδέα πόσο με είχε πονέσει που ήξερα πως ακόμη αγαπούσες την πρώην σου, που ήξερα πως δε μου έδινες το 100% μου, που δεν ήξερα τι έπρεπε να κάνω για να ανοίξω την καρδιά σου και να σε κάνω να μου δώσεις σημασία, να με θέλεις, να ενδιαφέρεσαι. Παρόλα αυτά έμεινα εκεί. Και ήμουν δίπλα σου. Και σε αγάπησα με όλο μου το είναι.
Και πλησίαζαν τα γενέθλιά μου και είχες εξαφανιστεί σχεδόν για 2 βδομάδες και ήμουν χάλια γιατί ήθελα να περάσω τα γενέθλιά μου μαζί σου, όπως είχαμε περάσει τα δικά σου παρέα, τότε το Νοέμβριο, που σου είπα για πρώτη φορά πως σε αγαπάω. Ήρθε η μέρα πριν τα γενέθλιά μου και μου ευχήθηκες. Σε λάθος μέρα. Άργησες να έρθεις στο πάρτι μου. Οι φίλες μου ήρθαν πιο πριν από εσένα. Μετά το πάρτι μου σε ρώτησα αν θέλεις να σου δώσω το δώρο για τους 10 μήνες που ήμασταν μαζί, και ας ήταν 10 μέρες νωρίτερα. Είπες «καλύτερα τώρα, ναι» και το άνοιξες και είχα περάσει μήνες να ψάχνω το συγκεκριμένο τεύχος κόμιξ που ήξερα πως ήθελες και απλά είπες «Στον αδερφό μου θα αρέσει πολύ».
Μία εβδομάδα μετά, ήρθες από το σπίτι μου και μου είπες να χωρίσουμε. Προσπάθησα να σου μιλήσω και  να σε μεταπείσω και να σε κάνω να το σκεφτείς ξανά και να δώσεις μία δεύτερη ευκαιρία στη σχέση μας, γιατί άλλωστε, 3 μέρες πριν μου είχες πει ότι θα με αγαπάς για πάντα. Είπες ότι θα δώσουμε δεύτερη ευκαιρία, αλλά τι ήμουν νεκρή, τι η κοπέλα σου, δε σου έκανε διαφορά. Ενώ είχα κάτσει παραπάνω Θεσσαλονίκη για εσένα, με το ζόρι σε έπεισα να βρεθούμε πριν να φύγω για διακοπές του Πάσχα και όταν ήρθες σπίτι μου έδωσες το τέλος.
Μου είπες πως δε μπορούσες να με αγαπάς πια, διότι τα αρνητικά μου είναι περισσότερα από τα θετικά μου, ότι σε θλίβει να είσαι μαζί μου και ότι θες να γίνεις χαρούμενος. Μου είπες πως προσπαθούσες τον τελευταίο μήνα να είσαι μαζί μου αλλά δεν τα κατάφερνες. Έμεινες μαζί μου εκείνο το βράδυ πριν να φύγω για τις πασχαλινές διακοπές και το επόμενο πρωί επειδή έκλαιγα μου είπες πως σε κουράζω και πως η υπομονή σου με τη συμπεριφορά μου είχε εξαντληθεί. Με πήγες να πάρω ταξί για να πάω στα ΚΤΕΛ, με αγκάλιασες και μου είπες «Ήταν 10 υπέροχοι μήνες». Μου έδωσες ένα τελευταίο φιλί ανάμεσα στα δάκρυά μου και με είδες να φεύγω.
Δεν θυμάμαι πώς πέρασαν οι βδομάδες μέχρι να επιστρέψω Θεσσαλονίκη. Έκλαιγα συνεχώς, ήμουν πάντα στο κρεβάτι, δε μπορούσα να κοιμηθώ. Γύρισα και ήθελα να πάρω τα πράγματά μου από το σπίτι σου και επειδή δεν κατάφερα να έρθω όταν μπορούσες εσύ, μου είπες «με εκπλήσσει που ακόμη και τώρα είσαι τόσο εγωίστρια». Σε εμένα που έβαζα εσένα πάνω από την ίδια μου τη ζωή για ένα χρόνο σχεδόν.
Όταν ήρθα να πάρω τα πράγματά μου, μου είπες ότι μόλις χωρίσαμε ήσουν χαρούμενος. Ότι σου προκαλούσα δυστυχία επειδή σου έλεγα τα προβλήματά μου και ότι έπρεπε να είχα καταλάβει ότι δυσφορείς.
Με διέλυσες. Ένιωσα όχι ότι απλά πλέον με απεχθάνεσαι, αλλά ότι όσο ήμουν μαζί σου με απεχθανόσουν. Ότι όλα όσα έκανα ήταν μάταια.
Ξέρεις, είναι αστείο. 2 χρόνια πριν ήμουν ακριβώς αυτή την εποχή στην ίδια φάση. Χωρισμένη. Πληγωμένη. Κενή.
Νόμιζα πως μαζί θα μπορούσαμε να έχουμε μέλλον, αλλά τελικά μείναμε στα «θα»… κοίτα να δεις, τελικά η ζωή είναι ένας φαύλος κύκλος, με τη μόνη διαφορά πως αυτή τη φορά για το πέρας αυτής της σχέσης γνωρίζω πως δε φταίω εγώ.
Όχι ότι αυτό με κάνει να νιώθω καλύτερα.
Ελπίζω να είσαι καλά. Ελπίζω μία μέρα αυτό το κενό που νιώθω να φύγει και το φάντασμα του χαμόγελού σου να σταματήσει να στοιχειώνει την καρδιά μου.
Ελπίζω…

Τρίτη 23 Αυγούστου 2016

2 χρόνια

Θυμάμαι πριν 2 χρόνια. Έβαλες απαλά το χέρι σου στο μάγουλό μου και με φίλησες και χιλιάδες πυροτεχνήματα έσκασαν μέσα στην κοιλιά μου.
Ξέρεις, ο κόσμος μου μέχρι τότε, ήταν ασπρόμαυρος. Και λίγο γκρι. Αλλά ήρθες εσύ με αυτά τα όμορφα μελοκαστανά σου μάτια και άρχισες να μου προσθέτεις λίγους τόνους μπλε, λίγες πινελιές κόκκινο και το ασπρόμαυρο τοπίο μου γέμισε με χρώματα και τα χρώματα ήσουν εσύ.
Θυμάμαι που ψιθύρισες το πρώτο σε αγαπάω στον αυχένα μου και πόσο σοκαρισμένη ένιωθα. Εσύ. Εμένα; Με αγαπούσες. Οι δύο λέξεις αυτές μου άλλαξαν τη ζωή.
Δεν είχα δεθεί ξανά με άνθρωπο τόσο. Γιατί; Γιατί αγαπούσα εσένα. Και αγαπούσα αυτό που γινόμουν όταν ήμουν μαζί σου.
Είσαι ένας υπέροχος άνθρωπος. Λαμπερός. Καλοσυνάτος. Και με έκανες και εμένα να γίνομαι σαν εσένα. Γιατί με αγαπούσες.
Και ας είμαι έτσι όπως είμαι. Γκρινιάρα. Κομπλεξική. Ανασφαλής. Πάντα άκουγες τα προβλήματά μου, πάντα με βοηθούσες να τα λύσω, όχι προσφέροντάς μου λύσεις. Αλλά επειδή ήσουν εκεί.
Ήσουν εκεί.
Δύο χρόνια μετά, δεν είσαι εδώ. Εξαιτίας μου. Σκότωσα αυτό που ένιωθες για εμένα. Εγώ. Το πήρα στα χέρια μου και το έκανα κομμάτια.
Και ενώ ξέρω ότι εγώ φταίω και πως μου αξίζει να νιώθω μίζερη, μου αξίζει να νιώθω άθλια, πονάω. Μου λείπεις. Γύρνα πίσω σε παρακαλώ. Συγγνώμη.
Στο ξαναείπα πως ξέρω πως δεν μετράει η συγγνώμη μου. Αλλά σκόπευα…σκόπευα να σου δώσω όλη μου τη ζωή. Για να εξιλεωθώ. Για να γίνω η κοπέλα που θα άξιζε να είναι στο πλευρό σου.
Αλλά.
Έφυγες.
Δε σε κατηγορώ.
Απλά πονάει. Τόσο. Πολύ.
Και είναι μερικές μέρες, ή μερικά λεπτά, ή δευτερόλεπτα, ή ώρες που με χτυπάει άσχημα. Γιατί συνειδητοποιώ πως έχεις φύγει. Δε θα σου ξανακρατήσω το χέρι. Δε θα σε ξαναπάρω αγκαλιά. Δε θα σε ξαναφιλήσω στο μέτωπο. Δε θα πάμε στα μέρη που είπαμε να πάμε, δε θα κάνουμε ότι είχαμε σχεδιάσει να κάνουμε.
Δε θα σε ξαναδώ να γελάς με τα χαζά μου αστεία. Και δε θα μπορέσω να ξαναπώ τα αστεία αυτά σε κανέναν γιατί δάκρυα θα αναβλύζουν από τα μάτια μου.
Είναι μερικές φορές που μου λείπεις τόσο που όλος ο αέρας βγαίνει από τα πνευμόνια μου και δεν ξέρω από πού να κρατηθώ γιατί εσύ ήσουν η ζωή μου και στο χέρι σου στηριζόμουν για να περπατήσω και να σταθώ όρθια μετά από κάθε πτώση μου.
Ξέρεις, κάθε φορά που βλέπω την κόκκινη μπλούζα που σου πήρα και δεν πρόλαβα ποτέ να σου δώσω, τα χέρια μου τρέμουν. Σου πηγαίνει πολύ το κόκκινο, μάτια μου. Δεν ξέρω αν θα μπορέσω να σου τη δώσω ποτέ τη μπλούζα και κάθε φορά που τη βλέπω, νιώθω κενή.
Τις προάλλες, στις πέντε το πρωί ήθελα να σε πάρω τηλέφωνο. Τα δάκρυα είχαν στερέψει και το μόνο που ήθελα ήταν να ακούσω τη φωνή σου, γιατί έχω να την ακούσω δύο βδομάδες. Αλλά και να ακούσω τη φωνή σου. Δεν θα υπάρξουν ποτέ ξανά. Ποτέ. Τηλεφωνήματα που να τελειώνουν με ένα «σε αγαπάω Μαράκι». Ποτέ. Δε θα ξαναέρθεις σπίτι μου να μαγειρέψουμε παρέα. Δε θα ξαναδούμε ταινία αγκαλιά. Δε θα ξυπνήσω ποτέ ξανά με εσένα πλάι μου. Ποτέ ξανά.
Το μόνο που έχω πια είναι ένα κάρο αναμνήσεις. Αλλά εγώ. Ήθελα. Να κάνω και άλλες αναμνήσεις. Μαζί σου. Είναι τόσο θλιβερό. Όλη μου η ζωή ως τώρα τα τελευταία δύο χρόνια γύριζε γύρω σου και τώρα. Τώρα είσαι ένας ξένος. Και εγώ είμαι μόνη.
Και το αξίζω. Το αξίζω. Αλλά πονάει.
Είναι εγωιστικό, είμαι ο χειρότερος άνθρωπος του κόσμου, αλλά πονάει πονάει πονάει πονάει. Πονάει τόσο να μην είσαι εδώ. Να μη σε βλέπω να μου χαμογελάς. Να μη μου πιάνεις το χέρι. Να μην μου λες καληνύχτα. Να μη μου λες καλημέρα. Να μην πηγαίνουμε βόλτες. Πονάει γιατί όλα τα «αν» μου και ό,τι είχα φανταστεί για εμάς ξαφνικά χάθηκαν και δε θα πάμε στη Ρόδο που είχα κλείσει εισιτήρια, ούτε στην Πράγα το φθινόπωρο όπως είχαμε πει και δε θα σου δώσω την κόκκινη μπλούζα και απλά πονάει τόσο πολύ και φταίω εγώ για όλα και συγγνώμη συγγνώμη συγγνώμη συγγνώμη.

Δεν ξέρω αν ποτέ μου θα βρω κάποιον που να φωτίσει τη ζωή μου όπως εσύ. Σε αγάπησα και σε αγαπάω με όλο μου το είναι και ποτέ δε θα αγαπήσω κάποιον όπως αγάπησα εσένα.

Συγγνώμη. Σε αγαπάω. Να προσέχεις.

Δευτέρα 18 Ιανουαρίου 2016

hold my hand ?

Σήμερα σκεφτόμουν για κάποιο λόγο πόσους ανθρώπους έχω αφήσει πίσω μου.
Ίσως επειδή είναι νέα χρονιά. Ίσως επειδή κοντεύω τα είκοσι δύο. Ίσως επειδή ακόμη λυπάμαι.

Σκεφτόμουν τι είπαμε με τον κάθε ένα την τελευταία φορά.


«Νομίζω πως οι δρόμοι μας πρέπει να χωρίσουν»

«Έχεις αλλάξει πολύ και δεν ταιριάζουμε»

«Περάσαμε ωραία, μην κλαις που φεύγω»

«Πρέπει να σε αφήσω»

«Θα είμαι καλύτερα μακριά σου»



Δεν ξέρω αν πονάει η απώλειά τους από τη ζωή μου, ή αυτά που μου είπαν.

Ξέρω όμως σίγουρα κάτι.


Έχω βαρεθεί πλέον να κυνηγάω τους ανθρώπους. Έχω βαρεθεί να βλέπω κόσμο να φεύγει γιατί προτιμάει άλλους.




Θέλω μία μέρα κάποιος να πιάσει το χέρι μου και να μου πει «σε χρειάζομαι», «μείνε μαζί μου».


Δευτέρα 15 Ιουνίου 2015

Why do we fall?

Γιατί πέφτουμε;

Είναι σχετικά εύκολο να απαντηθεί η ερώτηση αυτή.  Μπορεί να μας ρίξει ο φόβος, ή την επιτυχία, ή μπορεί να μας ρίξουν άλλοι άνθρωποι. Ή μερικές φορές, είμαστε τόσο σπασμένοι, που μπορεί να ρίξουμε εμείς οι ίδιοι τον εαυτό μας.


Μπορεί να μας ρίξει ο φόβος επειδή πάντα θα είναι εκεί για να μας πει: σταμάτα, δε μπορείς να το κάνεις, είναι ακατόρθωτο. Και αρχίζεις να βρίσκεις δικαιολογίες. Δικαιολογίες για να σηκωθείς πάνω, στα δύο σου πόδια και να κάνεις αυτό που πρέπει να κάνεις.


Μπορεί να μας ρίξει η επιτυχία. Μερικές φορές φτάνουμε κάποια από αυτά που θέλαμε να φτάσουμε και τυφλωνόμαστε από τα καλά και τα κακά πράγματα που οι άνθρωποι μας λένε. Και χάνουμε τη μάχη, γιατί γινόμαστε νάρκισσοι. Σκέφτόμαστε: έκανα ό,τι μπορούσα, οπότε μπορώ να κάνω τα πάντα. Και τότε, εμφανίζεται κάποιος που φαίνεται να είναι πιο ενθουσιώδης και αποφασιστικός και επιτυχημένος, και πέφτουμε γιατί απογοητευόμαστε.


Μπορούν να μας ρίξουν άλλοι άνθρωποι. Τις περισσότερες φορές θα είναι απλά μνησίκακοι άνθρωποι, που θα μας λένε ότι δεν μπορούμε να το κάνουμε επειδή δεν το έκαναν εκείνοι. Ή επειδή δεν πιστεύουν στις ικανότητές μας. Θα κάνουν τα πάντα για να μας κρατήσουν κάτω, ώστε να μην βγούμε ποτέ στην κορυφή, σε ελπίδα ίσως ότι έτσι αυτοί θα πάρουν περισσότερη προσοχή.


Μπορεί όμως να μας ρίξει και ο ίδιος μας ο εαυτός. Εδώ πιστεύω πως ταιριάζει το ρητό που λέει πως:
«Ο μεγαλύτερος φόβος μας, δεν είναι πως δεν είμαστε αρκετοί. Ο μεγαλύτερος φόβος μας είναι πως είμαστε δυνατοί πέρα από κάθε φαντασία. Ρωτάμε τους εαυτούς μας ‘‘Ποιος είμαι εγώ για να είμαι έξυπνος, όμορφος, ταλαντούχος,  υπέροχος;’’ Αλήθεια, ποιος είσαι για να μην είσαι όλα αυτά;»
Ο μεγαλύτερος εχθρός μας, είναι ο εαυτός μας, και αυτός είναι που μας ρίχνει πιο πολύ από όλους.


Είναι φυσιολογικό που πέφτουμε, είναι ανθρώπινο. Ωστόσο, είναι μαγικό και θαυμάσιο το πώς βρίσκουμε τη δύναμη να σηκωνόμαστε πάντα.  



Κλείνοντας, θα κάνω quote τον αγαπημένο μου Neil Gaiman: 

“And sometimes, when you fall, you fly.”

It's a test we all have to take 
You have to fall before you can learn how to fly 

Σάββατο 14 Μαρτίου 2015

watch it disappear

Σου λέω σε αγαπάω και δε λες τίποτα.
Δεν πειράζει.
 Οι σχέσεις, ακόμη και οι φιλικές, σα και αυτή που έχουμε – ή μήπως να πω, είχαμε; – είναι γεμάτες τέτοια γεγονότα. Πάντα κάποιος νιώθει λίγο παραπάνω από τον άλλο, το πιστεύω ακράδαντα αυτό.

Έλα όμως που αυτό το σε αγαπάω, σε έδιωξε.
Και τι ήταν εν τέλει; Μια απλή παραδοχή των συναισθημάτων μου προς το πρόσωπό σου. Είσαι φίλος μου και σε αγαπάω, γιατί σε νιώθω κοντά μου. Παρότι είχα  χτίσει τοίχους γύρω από εμένα, εσένα σε είχα κρατήσει.

Αλλά εσένα μάλλον δε σου άρεσε όλο αυτό. Δε μου ξαναμίλησες. Μιλήσαμε τις προάλλες. Είχαμε να μιλήσουμε 2 μήνες και αν δε σου έστελνα εγώ, ούτε που θα νοιαζόσουν να στείλεις. Έθιξα το θέμα. Το ότι πάντα εγώ σου μιλάω πρώτη. Και είπα πως κάτι μάλλον σημαίνει αυτό. Και είπες ναι.

Έχω βαρεθεί
να βλέπω
ανθρώπους που αγαπάω
να φεύγουν μακριά μου.
                                               

Νιώθω μερικές φορές σαν οι σχέσεις μου με τους ανθρώπους να ναι απλή άμμος. Προσπαθώ να την κρατήσω στα χέρια μου, μα είναι λεπτή και κόκκοι, άπειροι, χιλιάδες μικροί κόκκοι πέφτουν και χάνονται.

Μέχρι που τα χέρια μου θα μείνουν άδεια.



Δε θέλω να μείνουν άδεια. Φοβάμαι. 

Ίσως και να 'χω βαρεθεί λιγουλάκι. 
Όλο βλέπω πλάτες γυρισμένες. Όλο δε μπορώ να αποφύγω να χάνω κόσμο από τη ζωή μου. 
Τι στο διάολο πάει τόσο λάθος με εμένα;
Προσπαθώ εδώ και αρκετά χρόνια να απαντήσω αυτή την ερώτηση μα δεν.....


Αλλά δε θέλω
να χάσω
όλη την άμμο
από τα χέρια μου.


Φοβάμαι.





Παρασκευή 30 Ιανουαρίου 2015

ps

i tried to be good at something
but i ended up being nothing
i
was
smiling
even though i felt like crying
i felt so alone
like i was in all this on my own
i could only hurt myself
because there felt like nothing else
i was lying
and lying
no one knew what i was hiding
i wanted to die
and no one knew knew why
i'll just go to bed
and i hope to wake up dead




Δευτέρα 19 Ιανουαρίου 2015

Lei era ambra

Ο γέρος καθόταν τυλιγμένος στα ζεστά του ρούχα, με το πινέλο στο χέρι του και ζωγράφιζε. Σταμάτησε λίγο να ξεκουράσει το χέρι του και χάζεψε το φθινοπωρινό τοπίο. Το μάτι του τράβηξαν τα έντονα χρώματα των φύλλων από τα δέντρα. Κόκκινα, πορτοκαλιά, κίτρινα. Και έπειτα, ήταν και εκείνο το κόκκινο, αυτό του κεχριμπαριού. Το χρώμα που του θύμιζε εκείνη.
Τέτοιο χρώμα είχαν τα μαλλιά της. Θυμόταν πώς έπαιζε μαζί τους το ηλιόφως την ημέρα που την γνώρισε, εκείνο το καλοκαίρι, δίπλα στο λιμάνι. Την πλησίασε και γνωρίστηκαν και εκείνο το βράδυ βγήκαν βόλτα. Το κρασί που ήπιαν έκανε τα μάτια της να λάμψουν. Τον φίλησε.
Μπορεί να ήταν περίεργο μα εκείνο φιλί έκανε τον κόσμο του να ταραχτεί. Κάποιους μήνες αργότερα, της ζήτησε να μείνουν μαζί. Και έμειναν.
Ο δρόμος συνεχώς τους έβγαζε σε μέρη διαφορετικά, μέρη που δεν είχε ξαναδεί. Ή ίσως να τα είχε ξαναδεί. Μα μαζί της είχαν άλλη όψη. Ίσως επειδή, χωρίς να καταλάβει πώς, την είχε αγαπήσει.
Η συμβίωσή του μαζί της του είχε καλυτερέψει τη ζωή. Μαζί με εκείνη και το άλλο μεγάλο του έρωτα, τη ζωγραφική, ένιωθε πλήρης. Η τέχνη του και εκείνη είχαν γίνει ένα πλέον. Η ηδονή που ένιωθε όταν ήταν ανάμεσα στις μπογιές και τα πινέλα του ήταν όμοια με εκείνη που ένιωθε όταν την κρατούσε στα χέρια του.

Όταν, κάποια χρόνια αργότερα, πηγαίνανε ταξίδι, την έχασε. Το τροχαίο ήταν πολύ σοβαρό. Εκείνη χάθηκε, αυτός έμεινε ανάπηρος από το δεξί του πόδι και οι επιβάτες του άλλου αυτοκινήτου είχαν τραυματιστεί επίσης σοβαρά.
Είχε φύγει από κοντά του, όσο και αν ήθελε να την κρατήσει. Την έβλεπε παντού γύρω του. Στη κουζίνα, να μαγειρεύει σιγοτραγουδώντας έναν εύθυμο σκοπό. Στο διάδρομο, να ψάχνει την κατάλληλη θέση για τους πίνακές του. Την μύριζε στα σεντόνια του κρεβατιού. Μα όσο έντονη και αν ήταν η παρουσία της, δεν ήταν εκεί.
Προσπαθούσε να μείνει δυνατός. Για εκείνη. Συνέχισε να πουλάει τους πίνακές του, μα δεν ήταν το ίδιο πια το να ζωγραφίζει. Τα βράδια, όταν δεν κοιμόταν, ζωγράφιζε εκείνη, ανάμεσα σε τόνους κόκκινους και πορτοκαλί, σε τόνους σα και αυτούς του κεχριμπαριού.
Ο γερός δεν θυμόταν καν πώς είχε καταφέρει να περάσει όλα αυτά τα χρόνια μακριά της. Αναστέναξε. Ακόμη του έλειπε. Πήρε πάλι στα χέρια του το πινέλο και καταπιάστηκε με τον πίνακά του. Συνέχιζε να προσθέτει πινελιές, δημιουργώντας έτσι ένα τοπίο παρεμφερές με εκείνο που ήταν γύρω του, μα όχι ακριβώς ίδιο. Ζωγράφιζε ένα μέρος που είχε επισκεφθεί μαζί της, πολλά χρόνια πριν, σε ένα τους ταξίδι.
Έξαφνα, την είδε εκεί. Εκεί, ανάμεσα στα δέντρα. Ήταν εκείνη. Σηκώθηκε αλαφιασμένος. Μπορούσε να σταθεί μόνος του, δεν τον πονούσε πια το κατεστραμμένο του πόδι. Προχώρησε με σίγουρα βήματα, άπλωσε τα χέρια του και βρέθηκε μέσα στον πίνακα.
Τα κίτρινα και τα πορτοκαλιά φύλλα έπεφταν νωχελικά από τα δέντρα. Το ποτάμι κυλούσε ήρεμα. Είχε ένα δροσιστικό αεράκι. Και υπήρχε εκείνη. Ήταν εκεί, κάτω από τα δέντρα. Ήταν τα καφετιά μάτια που είχε ερωτευτεί και τα μαλλιά στην απόχρωση του κόκκινου του κεχριμπαριού που ποθούσε να αγγίζει. Έτρεξε προς το μέρος της, με δάκρυα να κυλάν από τα μάτια του. Την αγκάλιασε σφιχτά. Εκείνη, τύλιξε ανάλαφρα τα χέρια της γύρω από το λαιμό του και ακούμπησε το κεφάλι της στο στέρνο του, λέγοντας:

«Χαίρομαι που σε βλέπω ξανά.»